Ομολογίες πίστεως

ΠΑΒΕΛ ΣΜΟΛΙΟΝΙΪ (ΚΑΤΡΑΜΩΜΕΝΟΣ)) - ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΟΥ

Το παρατσούκλι "Κατραμωμένος" ο Παύλος το απέκτησε σε ηλικία οκτώ ετών κάτω από ιδιόμορφες συνθήκες, για τις οποίες θα μιλήσουμε εκτενέστερα λίγο πιο κάτω. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τιχομίρωβ και ήταν παιδί αγρότη του φτωχότερου χωριού της επαρχίας Μογκιλιόβσκαγια. Η οικογένεια αποτελείτο απo τους γονείς και δύο ανήλικα παιδιά, την δεκάχρονη Αλεξάνδρα και τον οκτάχρονο Παύλο και ήταν συγκροτημένη, θρησκευόμενη και σεβαστή, όχι μόνον από τους συγχωριανούς, αλλά και απ' όλη την ενορία του χωριού. Τις ημέρες των γιορτών τους επισκεπτόταν ο τοπικός ιερέας και έπαιζε χαρτιά με τον πατέρα, όχι για χρήματα, αλλά για να "σκοτώσουν" την ώρα, παίζοντας πότε τον "χαζούλη" και πότε τον "μυτάκια" και κάθε φορά στο τέλος του παιχνιδιού ο χαμένος τις έτρωγε με την τράπουλα στην μύτη. Αν τύχαινε ένας από τους παίκτες να έχει χρήματα, έστελναν τα παιδιά να φέρουν βότκα και όταν άναβε το κέφι, ο "πατερούλης" ως συνήθως έλεγε, ότι δεν είναι αμαρτία, όταν πίνεις με μέτρο, διότι ο ίδιος ο Κύριος αγαπούσε το κέφι και στον γάμο της Κανά της Γαλιλαίας είχε μετατρέψει το νερό σε κρασί. Τα παιδιά παρακολουθούσαν με προσοχή, πως κοκκίνιζε σιγά σιγά η μύτη του ιερέα, είτε από την βότκα, είτε από τα κτυπήματα με την τράπουλα, τα οποία κατάφερνε με μεγάλη δεξιοτεχνία ο συνήθως κερδισμένος πατέρας τους. Ο καλοκάγαθος ιερέας έβγαζε βογκητά, λέγοντας: "Ο δε υπομείνας έως τέλος, ούτος θέλει σωθεί" (Ματθ. 10:22), θάρθουν καλές ημέρες και για μένα και τότε φυλάξου φίλε μου,διότι είναι γραμμένο: "....εις μηδένα μη οφείλετε μηδέν" (Ρωμ.13:8) και ".....με οποίαν κρίσιν κρίνετε, θέλετε κριθή" (Ματθ.7:2).

Η εποχή της ευμάρειας τελειώνει. Το χωριό μεταναστεύει

Ωστόσο, λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας η ευμάρεια σταμάτησε απότομα και οι αγρότες του χωριού Σοσνόβκα άρχισαν να σκέφτονται την μετανάστευση στην Σιβηρία. Μετά από συσκέψεις αρκετών ημερών, στο τέλος αποφάσισαν να συγκροτήσουν επιτροπή, η οποία θα πήγαινε να ψάξει και να βρεί για λογαριασμό όλων εύφορα εδάφη στις περιοχές της Σιβηρίας. Ο Τιχομίρωβ, όντας άνθρωπος οξυδερκής και δραστήριος εκλέχθηκε ένας απ' τους απεσταλμένους.
Μετά από τρίμηνο ψάξιμο, βρέθηκε ένα κατάλληλο μέρος στην επαρχία της πόλης Τομσκ και η επιτροπή επέστρεψε. Λίγο αργότερα οι συγχωριανοί, αφού ξεπούλησαν όλο τους το βιός, μπήκαν σε μερικά βαγόνια της μακριάς αμαξοστοιχίας και αναχώρισαν. Ηταν η εποχή του 1897.
Οι αμαξοστοιχίες προχωρούσαν αργά, σταματώντας κάθε τόσο για μετεπιβίβαση σε μεθοριακούς σταθμούς -Σαμάρα, Τσελιάμπινσκ, Ομσκ... Για εβδομάδες ολόκληρες οι μετανάστες ήταν υποχρεωμένοι να περιμένουν το τρένο της γραμμής, και να είναι στριμωγμένοι κάτω στο πάτωμα, σπρώχνοντας και σπρωχνόμενοι σε στενάχωρους σταθμούς. Το βραστό νερό των ντεπόζιτων δεν επαρκούσε, από την άλλη ζεστό φαγητό της ώρας από τον μπουφέ δεν σήκωνε η τσέπη των φτωχών ανθρώπων, με αποτέλεσμα οι πεινασμένοι ταξιδιώτες να τρώνε μόνο παστή σαρδέλα καί να ξεδιψάνε με άβραστο νερό. Η όλη κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να αρχίσουν να εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα δυσεντερίας και στην συνέχεια επιδημίας της χολέρας.

Χολέρα!

Αρρώσταιναν ως επί το πλείστον ενήλικες καί έτσι πριν φτάσουν στην πόλη Τόμσκ, αρρώστησε ο Τιχομίρωβ. Όλα τα συμπτώματα φανέρωναν χολέρα και προς μεγάλο τρόμο της γυναίκας του και των παιδιών του, σ' έναν από τους σταθμούς, τον κατέβασαν και τον μετέφεραν σε μια πρόχειρα στημένη παράγκα για τους πάσχοντας από λοιμώδη νοσήματα. Περίλυπη η σύζυγος και τα παιδιά κατέβηκαν μαζί του απ' το τρένο, για να μπορούν να μαθαίνουν τα νέα για την υγεία του.
Μην βρίσκοντας μέρος να μείνουν, αναγκάστηκαν να καταφύγουν κάπου κοντά στην παράγκα πίσω από στοιβαγμένους χιονοφράκτες του σταθμού. Ωστόσο οι ειδήσεις κάθε φορά ήταν και πιο αποκαρδιοτικές. Ετσι πέρασαν τρείς μέρες και συντριμμένη από την θλίψη και πόνο μητέρα ανακοίνωσε στα παιδιά της, ότι και αυτή αρρώστησε σαν τον πατέρα τους.
Σπαρακτική ήταν η στιγμή, όταν οι νοσοκόμοι έπαιρναν με το φορείο την αγαπημένη τους μητέρα, ενώ τα παιδιά έμεναν πίσω κλαίγοντας με απόγνωση και σπαραγμό, δεδομένου, ότι μαζί μ' αυτήν χανόταν και το τελευταίο τους στήριγμα. Η δύστυχη μάνα, για αρκετή ώρα δεν αποφάσιζε να αφήσει τα παιδιά από την αγκαλιά τη διαισθανόμενη, ότι τα αποχωριζόταν για πάντα, καθώς πιό φρικιαστική από τον επερχόμενο θάνατο ήταν η σκέψη, ότι σε λίγο τα αγαπημένα της παιδιά θα μείνουν ολομόναχα και ορφανά.
Πράγματι, σε λίγο οι φορείς κατέβασαν και την μητέρα, ενώ τα παιδιά με κραυγές οδύνης και σπαραγμού έτρεχαν πίσω από το φορείο, που την μετέφερε, αλλά η βαριά πόρτα έκλεισε αναλέητα μπροστά τους. Πόση δυστυχία και μοναξιά ένιωθαν τώρα η Σούρα και ο Παύλος. Τα παιδιά σαν τρελλά έτρεχαν γύρω από την παράγκα και καλούσαν πότε την μητέρα και πότε τον πατέρα.

Ο Θάνατος των γονιών

Απάντηση ήταν οι άγριες φωνές και οι απειλές του φύλακα, ότι αν δεν φύγουν αμέσως, θα τους ξυλοκοπήσει. Παρ' όλα αυτά τα παιδιά δεν σταματούσαν να κλαίνε και να παρακαλάνε να μπούν για να πεθάνουν κι' αυτά μαζί με τους γονείς τους, χωρίς τους οποίους δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να ζήσουν. Ετσι έτρεχαν πέρα δόθε, μέχρι που βράδιασε και το νυκτερινό κρύο τους ανάγκασε να σκεφτούν τα ρούχα τους, που μαζί με τ' άλλα μπογαλάκια τα είχαν αφήσει δίπλα στους φράχτες.
Επιστρέφοντας στο μέρος, όπου είχαν καταφύγει με την μητέρα τους πριν αρρωστήσει, δεν βρήκαν τα πράγματά τους, προφανώς κάποιος ζήλεψε τα φτωχικά μπογαλάκια των προσφύγων.
Ετσι τα παιδιά, για να μπορέσουν κάπως να ζεσταθούν, αναγκάστηκαν πάλι να καταφύγουν στους φράχτες,. Η Αλεξάνδρα, σαν πιο μεγάλη φρόντιζε και περιποιόταν με αγάπη και στοργή το αδελφάκι της και όλη την νύκτα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Το πρωί, μόλις ξύπνισε ο Παύλος, τα παιδιά έτρεξαν αμέσως στις παράγκες, ωστόσο ο πρώτος υπάλληλος, που συνάντησαν τους προειδοποίησε να μην ξανάρθουν, λέγοντας, ότι προ ολίγου έβγαλαν το πτώμα του πατέρα τους και όπου νάναι πεθαίνει και η μάνα τους.
Παρ' όλα αυτά, τα παιδιά ήταν δύσκολο να πεισθούν να μην πλησιάζουν την παράγκα, καθώς όλη την ώρα προσπαθούσαν να κρυφοκοιτάξουν μέσα απ' τις χαραμάδες, φώναζαν την μητέρα τους και δεν μπορούσαν να πιστέψουν, οτι είναι δυνατόν να σβήσει για πάντα η γλυκιά φωνή της και το βράδυ να γίνει κ' αυτή ένα παγωμένο πτώμα.
Πραγματικά, στο τέλος της ημέρας τα παιδιά πληροφορήθηκαν, ότι η μητέρα τους έσβησε. Θρηνώντας για τον χαμό των γονιών τους, τ' αδελφάκια ενωμένα στην φρικτή τους λύπη, πιασμένα χέρι χέρι τράβηξαν πάλι για τους φράχτες. Την νύκτα ο Παύλος δεν κοιμήθηκε καθόλου, έκλαιγε συνέχεια και ένιωθε την ψυχή του να παρασέρνεται από την λαίλαπα του θανάτου. Καθισμένος με την πλάτη στους φράκτες, κοιτούσε με βλέμμα κενό τις γραμμές του τρένου και ξαναζούσε στο παιδικό του μυαλό όλα τα φρικιαστικά γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Η Απελπισία των παιδιών

Βλέποντας ένα τρένο να πλησιάζει, με τρέμοντα χείλη, φωναξε: "Αλεξάνδρα, δεν θέλω να ζώ χωρίς την μαμά και τον μπαμπά, πάμε να πέσουμε στις γραμμές να μας πατήσει το τρένο και να πεθάνουμε. Γιατί να ζούμε; Πού θα πάμε τώρα καί ποιός μας έχει ανάγκη;" Μ' αυτά τα λόγια ο Παύλος άρπαξε το χέρι της αδελφής του και άρχισε να την παρασέρνει προς τις γραμμές του τρένου. Το κορίτσι τρόμαξε, αλλά αμέσως σφίγγοντας δυνατά το χέρι του αδελφού της και κλαίγοντας με λυγμούς, προσπάθησε να τον σταματήσει, λέγοντάς του: "Οχι δεν πέφτω με τίποτε κάτω στο τρένο και εσένα δεν θ' αφήσω... Φοβάμαι... Δεν πρέπει...""Ασε με να πέσω μόνος μου!" φώναζε το παιδί.
Οση ώρα παρακαλούσαν ο ένας τον άλλον, το τρένο έφυγε. Ο Παύλος, μην μπορώντας να σταθεί στα πόδια του, αποκαμωμένος έπεσε μπρούμυτα στο έδαφος καί άρχισε να κλαίει, κραυγάζωντας: "Γιατί με εμπόδισες; Δεν θέλω πιά να ζώ!" Η αδελφή του όμως, συνετή και γλυκιά, τον παρηγορούσε, δίνοντάς του κουράγιο και προτρέποντάς τον να κρατηθεί στα πόδια του και να μην τα σκέφτεται άλλο. Τον παρακαλούσε για αρκετή ώρα, έως ότου το παιδί κάπως ηρέμησε και της υποσχέθηκε να μην έχει στον νού του τον θάνατο, για να μην την αφήσει ολομόναχη στον κόσμο.
Λίγο αργότερα τα παιδιά συντριμμένα μαζεύτηκαν πάλι μεσα στους φράχτες και σφιχταγκαλιασμένα περίμεναν να ξημερώσει, για να πάνε το πρωϊ στον τάφο των γονιών τους.

Η παγωμένη νύκτα τους φάνηκε ατελείωτη, καθώς είχαν ξεπαγιάσει και ένιωθαν τρομερή πείνα. Γι' αυτό μόλις ξημέρωσε, τ' αδέλφια έτρεξαν στο νεκροταφείο, όπου σ' ένα απόμερο μέρος θάβανε τους νεκρούς από λοιμώδη νοσήματα. Στην καγκελόπορτα του νεκροταφείου, τα παιδιά παρακάλεσαν τον φύλακα να τους αφήσει να μπουν και να τους δείξει το μέρος, όπου έθαψαν τους γονείς τους. Αλλά ο φύλακας άγριοφωνάζοντας τους απάντησε με θυμό, ότι την νύκτα, πού πέρασε, έφεραν πολλούς καί δεν είναι δυνατόν να ξέρει, που έχουν θάψει τον καθένα καί εκτός αυτού τους ρίχνουν όλους μαζί κατά δέκα και είκοσι πτώματα σ' ένα λάκκο.
Απρακτα καί με μάτια, πρισμένα απ' το κλάμα, τα παιδιά προσπαθούσαν τουλάχιστον να ξεχωρίσουν τους νωπούς ακόμα λοφίσκους μέσα απ' τις χαραμάδες του φράχτη. Με κραυγές οδύνης και απόγνωσης, έμειναν έτσι κρυφοκοιτάζοντας γι' αρκετή ώρα, ώσπου τους έδιωξε ο φύλακας.
Τραγικές φιγούρες τα παιδιά, πιασμένα χέρι χέρι, αμίλητα κατέφυγαν πάλι πίσω στους φράχτες σιωπιλούς μάρτυρες των δραματικών γεγονότων των τελευταίων πέντε ημερών και του τραγικού
τους χωρισμού από την μητέρα.

Αυτό το μέρος έγινε πολύ οικείο για τα ορφανά παιδιά, κάτι σαν πατρικό σπίτι. Καθισμένα πλάι πλάι προσπαθούσαν να σκεφτούν για το τί θα κάνουν απ' εδώ και πέρα, καθώς δεν ήθελαν με τίποτε να καταλήξουν σε ?Ιδρυμα, καταλάβαιναν όμως, ότι μόνον έτσι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, η οποία όλο και περισσότερο γινόταν αισθητή. Τα ελάχιστα τρόφιμα πού είχαν, χάθηκαν μαζί με τα μπογαλάκια τους, όπου ήταν κριμμένα και τα λίγα χρήματα.
Τώρα τα ορφανά ένιωθαν τη φρίκη, την πείνα, το κρύο καί τη καρδιά τους γεμάτη απ' το ζοφερό σκοτάδι, ενώ τα ανοιξιάτικα ωδικά πουλιά, μην δίνοντας σημασία στο δράμα των παιδιών τραγουδούσαν χαρούμενα πάνω απότα κεφάλια τους καί ο ήλιος έλαμπε με χρυσές ανταύγειες.
Η Αλεξάνδρα έγινε τώρα για τον Παύλο σαν δεύτερη μητέρα, τον αγκάλιαζε και όπως μπορούσε τον παρηγορούσε, λέγοντάς: "Ας μην απελπιζόμαστε γλυκιέ μου! Ο Θεός δεν θα μας αφήσει!'

Ο αποχωρισμός των μικρών αδελφών

Την στιγμή, που τ' αδέλφια πήραν την απόφαση να γυρέψουν ψωμί στο πλησιέστερο χωριό, άκουσαν ξαφνικά πίσω τους μια άγρια φωνή να τους ρωτάει με θυμό, ποιοί είναι και τι γυρεύουν εδώ. Γυρίζοντας τα κεφάλια, τα παιδιά αντίκρυσαν έναν άγνωστο ένστολο άνδρα, ο οποίος με βλοσηρό βλέμμα τους παρατηρούσε εξεταστικά. Βλέποντάς τον, τα μικρά τρομοκρατήθηκαν τόσο πολύ, που φοβήθηκαν να πούν, ότι είναι πρόσφυγες και, ότι πρόσφατα έχασαν οι γονείς τους. Με μεταλλική φωνή ο άγνωστος τους πρόσταξε να τον ακολουθήσουν στο Κέντρο αποκατάστασης των προσφύγων, όπου αμέσως δόθηκε εντολή τα παιδιά να σταλούν σε Ιδρυμα κάτι, που φοβόντουσαν τόσο πολύ και περισσότερο, γιατί εκεί τους περίμενε σίγουρος αποχωρισμός δεδομένου, ότι το τμήμα για τα κορίτσια βρισκόταν σε άλλη περιοχή. Τα παρακάλια και τα δάκρυα των παιδιών δεν σιγκίνησαν κανένα και στο τέλος ο Παύλος οδηγήθηκε σε ένα απομακρυσμένο τμήμα για τ' αγόρια, ενώ η αδελφή του στάλθηκε με το πρώτο τρένο στο άσυλο για τα κορίτσια.Φυσικά δεν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς τον πόνο καί το δράμα του σκληρού αποχωρισμού των παιδιών, καθώς ο καθένες στο πρόσωπο του άλλου έχανε, ότι πιο πολύτιμο είχε στην ζωή του

Το άσυλο και η απόδραση του Παύλου

Ο Παύλος οδηγήθηκε σ' ένα άσυλο, όπου ήδη βρίσκονταν καμμιά τριακοσαριά παιδιά. Τα περισσότερα απ' αυτά παρέμειναν μέσα, εδώ και αρκετό καιρό και προσαρμοσμένα πλέον στις συνθήκες του ασύλου, ήταν άτακτα και ζωηρά. Οι τρόφιμοι υποδέχτηκαν τον νεοφερμένο Παύλο με ειρωνικά πειράγματα, καρπαζιές και δυνατές αγκωνιές στα πλευρά και στην πλάτη - για την γνωριμία, όπως έλεγαν, με αποτέλεσμα, μετά από μια εβδομάδα παραμονής του εκεί, να αποφασίσει να το σκάσει. Εξάλλου οι τρισάθλιες συνθήκες διαβίωσης, η αδιαφορία των υπευθύνων για τις ανάγκες των παιδιών, η βίαιη συμπεριφορά μεταξύ των τροφίμων καί οι καθημερινές αηδιαστικές σούπες έκαναν την ζωή του πλέον ανυπόφορη. Ετσι το παιδί περίμενε να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, ώστε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Το, ότι απαγορευόταν στους τρόφιμους να βγαίνουν έξω μόνοι τους, ο Παύλος το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε πλέον να περιμένει άλλο.
Ετσι μια σκοτεινή νύκτα, αφού βγήκε κρυφά στο προαύλιο, σκαρφάλωσε πάνω στον ξύλινο φράχτη, πήδηξε κάτω από την άλλη μεριά και το' βαλε στα πόδια με κατεύθυνση αντίθετη προς τις σιδηροδρομικές γραμμές. Περίπου πέντε μίλια από εκείνο το σημείο άρχιζε ένα πυκνό σκοτεινό δάσος, φτάνοντας στο οποίο το παιδί κάπως ηρέμησε και συνέχισε τον δρόμο του τώρα χωρίς να τρέχει, με πορεία πάντοτε παράλληλη προς την άκρη του δάσους, για να μην χάσει τον δρόμο του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να απομακρυνθεί, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και πιο μακριά από το μισητό άσυλο.

Ετσι περπάτησε για αρκετή ώρα, ώσπου στο τέλος κουράστηκε και βρίσκοντας καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο, κουλουριάστηκε και αμέσως κοιμήθηκε. Την νύκτα είδε στον ύπνο του, ότι τον πιάσανε καί τον επανέφεραν πίσω στο άσυλο, όπου τον ξυλοκοπούσαν και ανοίγοντας βίαια το στόμα του, έριχναν μέσα τις αηδιαστικές σούπες.
Ο φωτεινός ανοιξιάτικος ήλιος είχε ζεστάνει αρκετά, όταν ξύπνησε ο μικρός φυγάς. Πάνω απ' το κεφάλι του, τα πουλάκια τον είχαν ξεκουφάνει με τα μελωδικά σφυρίγματά τους, σαν να ήθελαν να επιδείξουν στον επισκέπτη του πράσινου βασιλείου τους, τις καλλιτεχνικές τους ικανότητες. Ο Παύλος ανακάθισε, προσπαθώντας να σκεφτεί το τι θα κάνει απ' εδώ και πέρα. Τελικά αποφάσισε να τραβήξει για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Σοσνόβκα, την τοπωνυμία του οποίου θυμόταν πάρα πολύ καλά. Τι καλά πού περνούσε κάποτε στο χωριό του
! Ο Παύλος νοσταλγούσε τις αλλοτινές εποχές, το καθάριο ποτάμι του χωριού του, όπου μαζί με τ' άλλα τα παιδιά κολυμπούσε και ψάρευε με την πετονιά. Βέβαια λαχταρούσε πάρα πολύ να δεί την αδελφή του την Αλεξάνδρα, αλλά δεν ήξερε πού και πώς να τη βρεί. Εξάλλου είχε τον φόβο, ότι ανά πάσα στιμή μπορούσαν να τον πιάσουν και να τον αναγκάσουν να επιστρέψει πίσω στο άσυλο. Στο τέλος πήρε την τολμηρή
απόφαση να προχωρήσει μπροστά, μακριά από το απαίσιο άσυλο και παράλληλα να ρωτάει τον δρόμο για το χωριό του.

Η συνάντηση που θα αλλάξει την πορεία της ζωής του μικρού Παύλου

Ετσι περπάτησε όλη την ημέρα προσπαθώντας να αποφεύγει τις κατοικημένες περιοχές και μόνο σ' ένα χωριουδάκι ζήτησε λίγο ψωμί. Όταν ήρθε η επόμενη νύκτα, ο Παύλος και πάλι χώθηκε το βάθος του δάσους και μόλις ξάπλωσε κάτω από ένα μεγάλο δένδρο, αμέσως κοιμήθηκε. Λίγο πρίν χαράξει ένιωσε ένα σπρώξιμο και ταυτόχρονα μια βροντερή φωνή, που του φώναζε: "Αϊντε σήκω, βρέ! Τι ξάπλωσες εδώ και με ποιόν είσαι;"
Εντρομο το παιδί ανασηκώθηκε γρήγορα καί ανοίγοντας τα μάτια του, αντίκρισε μπροστά του τρείς γεροδεμένους οπλοφόρους άνδρες, στη θέα των οποίων η καρδιά του πάγωσε. "Μην φοβάσαι δεν θα σε πειράξουμε, μόνο πές μας πως βρέθηκες εδώ;" τον ρώτησαν οι άγνωστοι. Ο Παύλος βλέποντάς τους και καταλαβαίνοντας, ότι είναι άσχετοι με το άσυλο, ξεθάρρεψε και τους εξιστόρησε με ειλικρίνεια πάντα, όσα πέρασε κα έζησε, καθώς και το πού κατευθύνεται τώρα. Τα παλληκάρια τον άκουγαν με προσοχή και ήταν ολοφάνερο, ότι το παιδί τους άρεσε για το
σπινθηροβόλο πνεύμα του. Μετά από μια μικρή συνεννόηση, οι άνδρες αποφάσισαν να τον πάρουν μαζί τους ενώ καθ' οδόν συζητώντας μεταξύ τους για τον Παύλο, έλεγαν, ότι αφού δεν δείλιασε να φύγει από το άσυλο και να προχωρήσει πεζός και ολομόναχος στο χωριό του, δεν πρόκειται να χαθεί, αρκεί να προσαρμοστεί στον τρόπο της ζωής που κάνουν. Ετσι μόλις συμφώνησαν, το ανακοίνωσαν αμέσως στο παιδί, ενώ ταυτόχρονα επαινούσαν την ζωή, που κάνανε και υπόσχονταν, ότι μαζί τους θα περάσει θαυμάσια. Ο Παύλος, τρομοκρατημένος στην θέα των όπλων, χωρίς να βγάλει τσιμουδιά τους ακολούθησε στο βάθος του δρυμού

Καθώς προχωρούσαν μέσα στο δάσος, ξαφνικά σ' ένα ξέφωτο αντίκρυσαν έναν έφιππο άνδρα, ο οποίος τους περίμενε, έχοντας μαζί του έτοιμα σαμαρωμένα άλογα. Όταν ήρθαν κοντά του ο καβαλλάρης χωρίς να χάνει χρόνο, άρπαξε από κάτω τον Παύλο, τον έβαλε μπροστά του πάνω στο άλογο και όλοι μαζί ξεκίνησαν. Για αρκετή ώρα η παρέα βάδιζε μέσα απ' τα μονοπάτια του δάσους, ώσπου τελικά σταμάτησαν. Οι άνδρες κατέβηκαν, ξεπέζεψαν τ' άλογα και αφού τα κρύψανε κάπου, σκύβοντας κάτω απ' τα δένδρα μαζί με τον Παύλο χώθηκαν σε μια σπηλιά, που βρισκόταν κάτω από τους πεσμένους από την καταιγίδα κορμούς. Σε λίγα λεπτά η συντροφιά βρέθηκε σ' ένα ξέφωτο, όπου αντίκρυσαν περίπου είκοσι άτομα, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν ένοπλοι άνδρες, αλλά και λίγες γυναίκες. Τα μάτια όλων καρφώθηκαν στο νεοφερμένο βρώμικο και ρακένδυτο παιδί, ενώ οι ερωτήσεις, για το ποιος είναι και από πού κρατάει η σκούφια του, έπεφταν σαν βροχή.
Ενας από τους άνδρες, πιθανόν ο αρχηγός της σπείρας ρώτησε το παιδί
- Πως σε λένε;
- Παύλο, απάντησε το παιδί με παρρησία.
- Επώνυμο;
- Το επώνυμό μου είναι Τιχομίρωβ (Ειρηνοποιός).
- Ξέχνα το, δεν μας ταιριάζει και καθώς είσαι πολύ βρώμικος και μουντζούρης, απο' δώ και πέρα το επώνυμό σου θα είναι "Σμολιόνιϊ" (Κατραμωμένος) είπε αστειολογώντας ο αρχηγός.Από εκείνη την στιγμή, όλοι τον αποκαλούσαν Σμολιόνιϊ, μια που το καινούριο όνομα άρεσε σ' όλους.
Ο Παύλος κατάλαβε βέβαια, ότι βρέθηκε μέσα σε κρησφύγετο ληστών, ωστόσο δεν άργησε να εξοικειωθεί με τον νέο τρόπο ζωής, ο οποίος άρχισε να του αρέσει. Τόσο η ριψοκίνδυνη ελευθερία, όσο και το καλό φαγητό, καθώς και η έκλυτη ζωή, που απολάμβανε κοντά σ' αυτούς τους ανθρώπους, τον έκαναν σε λίγο καιρό να πάψει να σκέφτεται την Σοσνόβκα. Δεν ξέχασε μόνον την αδελφούλα του και συχνά μελαγχολούσε, σκεπτόμενος, ότι η Αλεξάνδρα πιθανόν και να μην ζεί.
Ο μικρός Σμολιόνιϊ πολύ γρήγορα έγινε το αντικείμενο της αγάπης των ληστών και η μόνιμη ευχάριστη ενασχόλησή τους

Το παιδί έδειχνε ζωηρό ενδιαφέρον για τις επιδρομές τους και περίμενε ανυπόμονα τα νέα λάφυρα. Εξάλλου είχε ξεχάσει τελείως τι λέγανε κάποτε οι γονείς του για το αμάρτημα της κλοπής, ενώ αντίθετα ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση, βλέποντας τα κλοπιμαία και ακούγοντας τις ιστορίες των ληστών, όταν οι τελευταίοι επέστρεφαν από την "δουλειά", όπως αποκαλούσαν την δραστηριότητά τους.
?Ετσι πέρασαν οκτώ χρόνια και ο δεκαεξάχρονος πλέον Σμολιόνιϊ άρχισε να παίρνει ενεργό μέρος στις ληστείες καί τις κλοπές. Ο αδιάβατος δρυμός τους επέτρεπε να κάνουν ανενόχλητα τις επιδρομές τους, οι οποίες σκορπούσαν τον τρόμο στις γύρω περιοχές σε ακτίνα εκατό μιλίων. Θάλεγε κανείς, ότι δεν πρόκειται κανείς να τους ανακαλύψει και τίποτα δεν μπορεί να τους ταρακουνήσει. Λήστευαν όλους, όσους συναντούσαν και καμιά φορά δεν δίσταζαν να κάνουν και φόνο.Όμως όλα κάποτε τελειώνουν. ?Έτσι, ένα πολύ συνηθισμένο για τους ληστές περιστατικό ανέτρεψε ξαφνικά την πορεία της ζωής τους.
?Ηταν αργά το φθινόπωρο, όταν η ομάδα των ληστών με επικεφαλής τον Σμολιόνιϊ επιτέθηκε σε δύο οδοιπόρους, οι οποίοι περνούσαν απ' το δάσος πάνω σ' ένα κάρο. Οι ληστές αφού τους θανάτωσαν, στην συνέχεια τους λήστεψαν, παίρνοντας μαζί τους τ' άλογα, τα ρούχα και τις μπότες, πού φορούσαν. Οι νεκροί διαβάτες είχαν επάνω τους όλο κι' όλο 3 ρούβλια και 50 καπίκια, καθώς και ένα σακκίδιο με δύο βιβλία, τα οποία κατ' αρχήν σκέφτηκαν να πετάξουν, αλλά ο Σμολιόνιϊ αποφάσισε να τα πάρει, για να στρίβει μ' αυτά τα τσιγάρα του.Το ίδιο βράδυ, μετά από μιά προσεκτική εξέταση των κλοπιμαίων, ο νέος έβγαλε τα βιβλία και άρχισε να τα ξεφυλλίζει. Το πρώτο βιβλίο "Η φωνή της πίστεως" του ήταν άγνωστο, ενώ το άλλο, με τον τίτλο "Καινή Διαθήκη" το θυμόταναμυδρά από τα παιδικά χρόνια, δεδομένου, ότι το ίδιο βιβλίο είχαν και οι γονείς του στην Σοσνόβκα.

Ο Σμολιόνιι ελκύεται από το λόγο του Θεού

Ξαπλωμένος στο κρεββάτι καί μην έχοντας τι να κάνει, ο Σμολιόνιϊ άρχισε να διαβάζει τα σημεία, πού άνοιγε στην τύχη. Και καθώς διάβαζε, το βλέμμα του έπεσε στα ακόλουθα εδάφια:

"...δεν υπάρχει τις εκζητών τον Θεόν...τάφος ανεωγμένος είναι ο λάρυγξ αυτών, με τας γλώσσας αυτών ελάλουν δόλια, φαρμάκιον ασπίδων είναι υπό τα χείλη αυτών. Οι πόδες αυτών είναι ταχείς εις το να χύσωσι αίμα και οδόν ειρήνης δεν εγνώρισαν. Δεν είναι φόβος Θεού έμπροσθεν των οφθαλμών αυτών." (Ρωμ. 3: 11-18) Την ώρα που διάβαζε, τον διαπέρασε η σκέψη, ότι και παλιά θα υπήρχαν άνθρωποι σαν κι' αυτούς. Το εδάφιο, "....οι πόδες αυτών είναι ταχείς εις το να χύσωσι αίμα", του θύμισε το σκηνικό του φόνου, πως αυτός και οι σύντροφοί του έτρεχαν με τα γρήγορα άτια τους πίσω από τους οδοιπόρους, οι οποίοι προσπαθούσαν να σωθούν, πως τους παρακαλούσαν να τους αφήσουν ζωντανούς, αλλά αυτοί τους αφαίρεσαν ανελέητα την ζωή. Αναλογιζόμενος αυτό το σημείο, ο Σμολιόνιϊ ένιωσε πολύ άσχημα και αναρωτήθηκε, ποιοί να ήταν τάχα αυτοί οι άνθρωποι και για ποιό λόγο είχαν μαζί τους αυτό το βιβλίο. Συνέχισε πάλι να ξεφυλλίζει την Καινή Διαθήκη, ελπίζοντας να βρεί για τα θύματά τους κάποια προσωπικά στοιχεία, ωστόσο δεν βρήκε κανένα έγγραφο, πού να δείχνει ποιοί ήταν και από πού κατάγονται. Μόνο στην πρώτη σελίδα υπήρχε μία μικρή επιγραφή: "15 Μαϊου 1898, μέρα της μεταστροφής μου στον Κύριο, της μετάνοιας και της αναγέννησής μου. Αυτήν την ημέρα ο Κύριος με συγχώρεσε και με έπλυνε με το άγιό Του αίμα."Ο Σμολιόνιι μην μπορώντας να καταλάβει τη σημασία αυτής της σημείωσης, συνέχισε πάλι
να ξεφυλλίζει και να διαβάζει σκόρπια κάποια σημεία.
"Η δεν εξεύρετε ότι οι άδικοι δεν θέλουσι κληρονομήσει την βασιλεία του Θεού;...Και τοιούτοι υπήρχετε τινές, αλλά απελούσθητε, αλλά ηγιάσθητε, αλλ' εδικαιώθητε, δια του ονόματος του Κυρίου Ιησού και δια του Πνεύματος του Θεού ημών. (1 Κορ. 6:9-11). Λίγο παρακάτω διάβασε την προσευχή ενός ανθρώπου, που έλεγε: "Ιδού, τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδω εις τους πτωχούς και εάν εσυκοφάντησα τινά εις τι, αποδίδω τετραπλούν". (Λουκ. 19:8)

Γυρίζοντας ακόμη μερικές σελίδες, την προσοχή του τράβηξε το 23ο κεφάλαιο του κατά Λουκάν Ευαγγελίου, όπου περιγράφεται η σταύρωση του Χριστού. Του έκανε εντύπωση το γεγονός, ότι μαζί με τον Χριστό είχαν σταυρωθεί και δύο ληστές, εκ των οποίων
ο ένας μετενόησε, αναγνώρισε την ενοχή του και ο Κύριος βλέποντας την ειλικρινή μετάνοιά του, του υποσθέθηκε παράδεισο
Ο Σμολιόνιϊ έκλεισε το βιβλίο, το' βαλε κάτω από το μαξιλάρι και αφού κουκουλώθηκε με το πάπλωμα, προσπάθησε να κοιμηθεί, του κάκου όμως. ?Ενιωθε μέσα στην ψυχή του μια πρωτόγνωρη ταραχή, ενώ ταυτόχρονα πάλευε να διώξει τους διαλογισμούς, που τον βασάνιζαν και να ξεχαστεί με τον ύπνο, αλλά και πάλι μάταια. Ξανά και ξανά έφερνε στην μνήμη του τη σκηνή του φονικού, πως εκείνοι οι δύο εκλιπαρούσαν και παρακαλούσαν γονατιστοί να τους λυπηθούν...Κατά τα χαράματα ο Σμολιόνιϊ βυθίστηκε σ' ένα λήθαργο, αλλά ξυπνώντας το πρωϊ ένιωσε
πάλι στην καρδιά του κάποια ανησυχία. Ολοι οι σύντροφοί του πρόσεξαν την παράξενη έκφραση στο πρόσωπό του, αλλά μην ξέροντας που να το αποδώσουν υπέθεσαν, ότι ο φίλος τους αρρώστησε. Γι' αρκετές ημέρες ο νέος ήταν πολύ μελαγχολικός και κανένας δεν μπορούσε να του αποσπάσει μια λέξη, οι φίλοι του όμως δεν έπαυαν να τον ρωτάνε για την αιτία αυτής του της αλλαγής. Ωσπου κάποια στιγμή ο ίδιος αποκάλυψε σε μερικούς απ' αυτούς, ότι από τότε, πού διάβασε κάποια πράγματα από τα βιβλία που είχαν μαζί τους οι φονευθέντες, δεν μπορεί να βρεί ανάπαυση στην ψυχή του. Τα λόγια του Παύλου αναστάτωσαν τους συντρόφους του, αλλά παράλληλα προκάλεσαν το ενδιαφέρον γι' αυτό το βιβλίο, που έφερε τέτοια κατάθλιψη στον φίλο τους; Μερικοί ζήτησαν αμέσως να τους παραδώσει αυτό το μαγικό βιβλίο για να το κάψουν, άλλοι πάλι έδειξαν ενδιαφέρον και διάθεση να το διαβάσουν. Στο τέλος αποφάσισαν ομόφωνα, ότι το βιβλίο πρέπει να διαβασθεί. Ετσι, με την πρώτη ευκαιρία που βρέθηκαν όλοι μαζί, ο Σμολιόνιϊ διάβασε όλα εκείνα τα σημεία, πού του είχαν κάνει εντύπωση, τα οποία διαβαζόμενα καθήλωσαν το ακροατήριο.

Το Ευαγγέλιο αλλάζει τις καρδιές των ληστών

Στην αρχή της ανάγνωσης ένας νεαρός ληστής είπε, ότι αυτό το βιβλίο είναι σίγουρα το Ευαγγέλιο, και ότι το γνωρίζει πολύ καλά, διότι είχε πιστή μητέρα, η οποία διάβαζε πάντοτε το Ευαγγέλιο καί τον πήγαινε συχνά σε παιδικές συναθροίσεις, όπου διαβαζόταν αυτό το βιβλίο και μετά όλα τα παιδιά υμνούσαν και προσευχόντουσαν.
Η ανάγνωση κράτησε αρκετή ώρα, ώσπου στο τέλος όλοι αμίλητοι και με βαριά καρδιά αποτραβήχτηκαν ο καθένας στη γωνιά του. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί τους έκανε τέτοια εντύπωση αυτό το βιβλίο. Από εκείνη την ημέρα όμως, οι σύντροφοι κάθε τόσο μαζεύονταν
και διάβαζαν ξανά και ξανά το Ευαγγέλιο, το οποίο ενεργούσε κατασταλτικά στην ψυχή τους.Σε λιγότερο από ένα μήνα ο νεαρός ληστής, η μητέρα του οποίου ήταν πιστή, δήλωσε κατηγορηματικά, ότι δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει την παράνομη δραστηριότητά του. Σε λίγες
μέρες την ίδια απόφαση πήρε και ο Σμολιόνιϊ. Τώρα όλοι οι ληστές τους έβλεπαν να προσεύχονται πλέον ανοικτά και με δάκρυα στα μάτια, με αποτέλεσμα να δηλώσει τα ίδια και ο αρχηγός και όλοι να συμφωνήσουν μαζί του. Ωστόσο ταυτόχρονα προέκυψε το ακόλουθο ζήτημα, τι θα κάνουν απ' εδώ και πέρα, πώς θα κάνουν μια νέα αρχή και πως θα ξεκινήσουν μια νέα ζωή; Διότι για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα πρώτα να παραδοθούν στις Αρχές. Και ένα άλλο θα μπορέσουν άραγε να ανταποδώσουν στους αδικηθέντες, άν όχι στο δεκαπλάσιο, τουλάχιστον ένα μέρος, για το κακό που τους προξένησαν. Και καθώς αυτό ήταν αδύνατον, έμενε μόνον μία λύση να παραδοθούν στις Αρχές. Παρόλο που με τη πρόταση δεν συμφώνησαν όλοι, ωστόσο ο νεαρός ληστής, πού πρώτος αποφάσισε να ξεκινήσει μιά νέα ζωή, κατόπιν ο Σμολιόνιϊ και μετά άλλα πέντε άτομα πήραν την
σταθερή απόφαση να πάνε και να ομολογήσουν τα πάντα στους εκπροσώπους του Νόμου.
Ετσι έφτασε η μέρα, που αποφάσισαν να χωρίσουν και να τραβήξει ο καθένας τον δρόμο του.

Η ώρα του αποχαιρετισμού ήταν πολύ συγκινητική καί στο τέλος οι σύντροφοι ζήτησαν από τον Σμολιόνιϊ να διαβάσει κάτι από το Ευαγγέλιο. Εκείνος άνοιξε το μέρος, όπου περιγράφεται η συνάντηση του Χριστού με τους δύο δαιμονισμένους, πολύ άγριους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν βγεί
από τα μνήματα, δηλ. από τις σπηλιές, τους οποίους ο Χριστός ελευθέρωσε από τα ακάθαρτα πνεύματα, και στην συνέχεια οι θεραπευμένοι ακολούθησαν Αυτόν. "Ετσι έγινε και μ' εμάς", πρόσθεσε ο Σμολίονιϊ. "Τώρα όμως θέλουμε να αφήσουμε την αμαρτωλή ζωή, αρκεί το κακό που
κάναμε στους ανθρώπους, θ' ακολουθήσουμε τον Χριστό!" Μ' αυτά τα λόγια ο Σμολιόνιϊ γονάτισε και άρχισε να φωνάζει δυνατά λόγια μετανοίας για τις πράξεις του, το ίδιο κάνανε και οι άλλοι.
Μέσα στους λυγμούς και τ'αναφιλητά ξεχώριζαν ασυνάρτητα αναφωνητά, όπως: "Συγχώρεσέ μας! ...εμένα ....μην μου καταλογίσεις ...πλύνε με με το αίμα Σου! Δώσε μου δύναμη! Δεν θα κάνω...... δεν θέλω .....υπόσχομαι"και άλλα παρόμοια.
Οι επτά ληστές, αφού φίλησαν και αποχαιρέτησαν τους εναπομείναντας συντρόφους, κρατώντας τα όπλα κίνησαν για την πλησιέστερη πόλη, ενώ οι άλλοι επέλεξαν άλλους δρόμους.
Αποφασιστικά και με σταθερό βήμα ο Σμολιόνιϊ καθώς και οι σύντροφοί του πλησίασαν στην πόλι και απ' το πρώτο κι' όλας στενό τράβηξαν την προσοχή των περαστικών, οι οποίοι απορούσαν με την εμφάνιση των οπλισμένων ανδρών. Προχωρώντας, στην γωνιά ενός κεντρικού δρόμου, ώτησαν έναν αστυνομικό την διεύθυνση κατοικίας του εισαγγελέα του περιφερειακού Δικαστηρίου.
Εκείνος τους υπέδειξε στο βάθος μιά πολυτελή διόροφη έπαυλη, που βρισκόταν στην ίδια οδό. Λίγο νωρίτερα είχαν συμφωνήσει, ότι ο Σμολιόνιϊ σαν πιό τολμηρός και ευφραδής, θα αναπτύξει την υπόθεσή τους στον εισαγγελέα.

Οι μετανοημένοι και αναγεννημένοι πλέον πρωην ληστές παραδίδονται στον εισαγγελέα

Μπαίνοντας στο οίκημα, οι σύντροφοι αντίκρισαν μια ευρύχωρη και φωτεινή στρωμένη με παρκέ αίθουσα, όπου καμμιά δωδεκαριά άνθρωποι περίμεναν την ακρόαση του εισαγγελέα, ενώ στην πόρτα στεκόταν ένας άνδρας, που εκτελούσε χρέη διαβιβαστή. Προς αυτόν κατευθύνθηκε ο
Σμολιόνιϊ, λέγοντάς του, ότι είναι άμεση ανάγκη να δούνε επειγόντως τον κύριο εισαγγελέα. Εκείνος, ρίχνοντας ένα καχύποπτο βλέμμα στην ομάδα των οπλισμένων ανδρών, ρώτησε να μάθει τον λόγο της επισκέψεώς τους. Ο Σμολιόνιϊ του εξήγησε, ότι η υπόθεσή τους είναι σημαντική και
πολύ σοβαρή, οπότε εκείνος έσπευσε αμέσως να ειδοποιήσει τον εισαγγελέα καί λίγα λεπτά αργότερα οι ληστές στέκονταν μπροστά σ' έναν επιβλητικό ηλικιωμένο κύριο, ελαφρώς σαστισμένο με την ξαφνική εμφάνιση των επτά οπλοφόρων ανδρών. Οι ληστές, και αυτοί με την σειρά τους,
αποφασισμένοι γι' αυτό το τόσο ασυνήθιστο διάβημα, ένιωθαν τρακ μπροστά στον εκπρόσωπο του Νόμου. Τελικά τον λόγο πήρε ο Σμολιόνιϊ, ζητώντας την άδεια να ομολογήσουν και να εξηγήσουν, ποιοι είναι και για ποιο λόγο βρίσκονται εκεί. Με φωνή, που έτρεμε από συγκίνηση, άρχισε να
ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του, λέγοντας: "Είμαστε ληστές, αλλά μη μας φοβάστε, διότι ήρθαμε να ομολογήσουμε τα πάντα και να δηλώσουμε μετάνοια. Με βαθειά λύπη και συντριβή καρδιάς αναγνωρίζουμε το κακό, που κάναμε και ήρθαμε εδώ, για να μας αποδοθεί ό, τι προβλέπεται από τον Νόμο και να τιμωρηθούμε για τις αξιόποινες πράξεις μας. Ενεργήστε, όπως το απαιτεί η δικαιοσύνη, ορίστε, πάρτε και τα όπλα μας". Λέγοντας αυτά τα λόγια ο Σμολιόνιϊ και οι άλλοι άφηναν ταυτόχρονα κάτω τα όπλα τους.
Ακούγοντας αυτά, ο εισαγγελέας τα' χασε, καθώς για πρώτη φορά στην ζωή του παρευρισκόταν σε ομολογία ολόκληρης ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι παραδίδονταν οικειοθελώς στα χέρια των εκπροσώπων του Νόμου. ?Υστερα από λίγη σκέψη και αφου συνήλθε κάπως, σχημάτισε αμέσως τον αριθμό τηλεφώνου του ΑστυνομικούΤμήματος, ενώ λίγα λεπτά αργότερα κατέφθανε ένα μικρό κλιμάκιο ένοπλων στρατιωτών μαζί με τον Αρχηγό της Αστυνομίας. Εκείνη την ώρα συντάχθηκε αμέσως το πρακτικό της προκαταρτικής εξέτασης και η υπόθεση διαβιβάσθηκε στον ανακριτή.

Κατά την ανάκριση, όταν ο Σμολιόνιϊ διηγήθηκε σε γενικές γραμμές την ιστορία της ζωής του και ανέφερε τον λόγο, ο οποίος ώθησε αυτόν και τους συντρόφους του να παρατήσουν την παράνομη ζωή τους στα δάση, ο εισαγγελέας και όλοι οι παρευρισκόμενοι συγκινήθηκαν τόσο πολύ,
που με δυσκολία έκρυβαν τα δάκρυά τους. Ηταν δύσκολο να εννοήσουν, ότι η αιτία της ξαφνικής και ριζικής αλλαγής των ληστών, ήταν η γνωριμία τους με το Ευαγγέλιο. "Τώρα δεν είμαι πιά Σμολιόνιϊ, αλλά Παύλος Τιχομίρωβ", έλεγε ο νέος "και θέλω να υπηρετώ τον Θεό και ανθρώπους.
Οσο για την τιμωρία που μου αξίζει θα την υποστώ αγόγγυστα. Είμαστε πλέον στα χέρια σας". Το ίδιο έλεγαν και οι σύντροφοί του.
Ο εισαγγελέας ταραγμένος, έδωσε την εντολή και οι επτά να συλληφθούν αμέσως και να οδηγηθούν με συνοδεία στην απομόνωση μέχρι το τέλος της έρευνας. Μετά την αποχώριση των ληστών ο εισαγγελέας μαζί με τον Αρχηγό της Αστυνομίας έμειναν γι' αρκετή ώρα στο γραφείο
συζητώντας γι' αυτό το τόσο πρωτοφανές περιστατικό. Δεδομένου, ότι ως συνήθως οι κακοποιοί είτε αρνούνται την ενοχή τους τελείως, είτε κάτω από την πίεση ακλόνητων αποδείξεων, με δυσκολία και όχι σε όλα, παραδέχονται την πράξη τους, και πάλι μόνον όταν συλληφθούν επ' αυτοφώρω. Ετούτοι εδώ όμως ομολόγησαν την ενοχή τους οικειοθελώς, πράγμα που σημαίνει, ότι τεράστια είναι η δύναμη του Ευαγγελίου αφού ξαναγεννάει τους ανθρώπους!
Μόλις έφυγε ο Αρχηγός της Αστυνομίας, ο εισαγγελέας τελείωσε γρήγορα την ακρόαση των επισκεπτών του καί ευθύς αμέσως διηγήθηκε το περιστατικό για τους μετανοημένους ληστές στην σύζυγό του. Το γεγονός της έκανε μεγάλη εντύπωση, η οποία ύστερα από λίγη σκέψη σχολίασε
λέγοντας, ότι ένας από τους σταυρωμένους με τον Χριστό ληστές μετενόησε και αυτός, αλλά ήταν καρφωμένος στον σταυρό και δεν μπορούσε να φύγει, αυτοί οι άνθρωποι όμως μπορούσαν να μην έρθουν καί να συνεχίσουν να ληστεύουν, κρυβόμενοι μέσα στο δάσος και σίγουρα είναι μια
εξαιρετική περίπτωση, πρωτοφανής στην ιστορία της Νομολογίας!Η ώρα πέρασε, ήρθε το βράδυ, αλλά ο εισαγγελέας και η σύζυγός του δεν μπορούσαν να καταλαγιάσουν.

Η αλλαγή και του εισαγγελέα από την δύναμη του ευαγγελίου!

Τώρα κατάλαβε, τον λόγο, για τον οποίο οι ληστές εγκατέλειψαν το ειδεχθές έργο τους...Υστερα από λίγο επέστερεψε η Τατιάνα Αλεξάντροβνα και τον ρώτησε για την αιτία, που είναι τόσο σκεπτικός και κατάπληκτος. Ο Γιούριϊ Νικολάεβιτς προσπάθησε να της εξηγήσει, αλλά το πρωτότυπο θέμα και οι ασυνήθιστοι διαλογισμοί δεν μπορούσαν να πάρουν την μορφή των κατάλληλων εκφράσεων και η Τατιάνα Αλεξάντροβνα δεν κατάλαβε τίποτε. Μετά το τέλος του γεύματος, την νύκτα ο Γιούριϊ Νικολάεβιτς δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Μόλις έκλεινε τα μάτια, άκουγε: "Ο λόγος μου θα κρίνει". Εβλεπε τον εαυτό του να είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου και να του απαγγέλλονται τα άρθρα του Νόμου του Θεού, τα οποία κατακρίνουν αυτόν, τον εισαγγελέα για όλες τις ανομίες που είχε διαπράξει, οι οποίες τον καταδίκαζαν σε ισόβεια κάθειρξη στο σκότος το εξώτερο και εκείνος του κάκου ψάχνει κάποιον να τον υπερασπίσει, τον καλεί, αλλά δεν μπορεί να τον βρεί. Τον έπιανε για λίγο ο ύπνος, αλλά και πάλι δεν έβρισκε ανάπαυση.
Όταν σηκώθηκε το πρωϊ διηγήθηκε στην γυναίκα του το τί ένιωσε και τι πέρασε από το μυαλό του στην διάρκεια της νύχτας που πέρασε. Εκείνη δικαιολόγησε την κατάστασή του σαν υπερκόπωση, όταν όμως ο σύζυγός της δήλωσε, ότι αποφάσισε να παραιτηθεί απ' τα καθήκοντα του εισαγγελέα, τρόμαξε και είπε μέσα της, ότι σίγουρα έχασε τα λογικά του. Παρ' όλα αυτά ο Γιούριϊ Νικολάεβιτς είχε πάρει πλέον την σταθερή απόφαση, διότι μέσα του πήρε την αποκάλυψη, ότι ο εσταυρωμένος Υιός του Θεού έλκυσε προς τον Εαυτόν Του και αυτόν, τον εισαγγελέα και από' δώ και πέρα θα γίνει και δικός του προσωπικός Σωτήρας.

Ο Τιχομίρωβ Παύλος και οι συντρόφοί του οδηγήθηκαν στην απομόνωση, ενώ οι ανακριτές, οι οποίοι ανέκριναν τους πρώην ληστές, απορούσαν μ' αυτήν την πράξη και ιδιαίτερα με το γεγονός, ότι αυτοί οι άνθρωποι κάτω από την επίδραση του Ευαγγελίου ξαναγεννήθηκαν. Ωστε τόσο μεγάλη είναι η δύναμη αυτού του θεόπνευστου βιβλίου, αν το δεχτεί κανείς με καθαρή καρδιά και επιθυμία να γνωρίσει την αλήθεια!
Συνεχίζεται. ....

Η ΔΙΚΗ

Σε λίγες μέρες η πόλη βούϊζε, όχι μόνον για την μεταστροφή των πρώην ληστών και την ξαφνική παραίτηση του εισαγγελέα, αλλά και για το γεγονός, ότι ο ιερέας των φυλακών απαιτούσε την άμεση απομόνωση των πρώην κακοποιών, ισχυριζόμενος, ότι κάτω από την επιρροή του Τιχομίρωβ και των συντρόφων του, οι κρατούμενοι δέχονται την πίστη τους. Τώρα η φωτιά του Ευαγγελίου ήταν δυσκολο πλέον να σβήσει, αλλά φούντωνε ολοένα και περισσότερο σ' όλα τα κελλιά. Τα κεφάλαια 12 και 16 των Πράξεων των Αποστόλων άγγιζαν τις καρδιές των ανθρώπων τόσοπολύ, ώστε αρκετοί κρατούμενοι καί μερικοί φύλακες τα είχαν μάθει σχεδόν απ' έξω.
Υστερα από ένα χρόνο και οι επτά κρατούμενοι κλήθηκαν να απολογηθούν. Ο νέος εισαγγελέας δεν χρειάσθηκε να επιμείνει ιδιαίτερα στο κατηγορητήριο του, δεδομένου, ότι οι κατηγορούμενοι από μόνοι τους ομολόγησαν τα πάντα. Κατά την διεξαγωγή της δίκης ο πρώην εισαγγελέας εκτελούσε τώρα χρέη συνηγόρου, ζητώντας από τους ενόρκους την επιείκεια για τους ανθρώπους, οι οποίοι ομολογούν την ενοχή τους και θέλουν να ξεκινήσουν απ' την αρχή, δουλεύοντας και ζώντας τίμια πλέον. Παρ' όλ' αυτά οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε δέκα χρόνια καταναγκαστικών έργων. Ο Τιχιμίρωβ και οι σύντροφοί του δέχτηκαν την απόφαση του δικαστηρίου με πλήρη πραότητα και ταπείνωση, αναγνωρίζοντας, ότι την άξιζαν και αρνήκαν από το δικαίωμα ν' ασκήσουν έφεση.
Η δίκη έγινε ανοικτών των θυρών και όταν τους δόθηκε το δικαίωμα να πούν την τελευταία τους λέξη, ο καθένας με απλά λόγια και με συντριμμένη την καρδιά εξέφρασε την συμπόνια στους ανθρώπους, πού για τόσα χρόνια τους προξενούσε κακό και για την επέμβαση μέσα στην ψυχή του Εκείνου, τον Οποίο γνώρισε μέσα από το Ευαγγέλιο. Πολλοί στην αίθουσα ήταν συγκινημένοι και ήταν ολοφάνερο, ότι ο σπόρος του Λόγου του Θεού είχε βλαστήσει σε πολλές καρδιές.

Η μαρτυρία των πιστών καταδίκων μέσα στις φυλακές και η Απελευθέρωσή τους

Μετά την δίκη οι κρατούμενοι στάλθηκαν σε διαφορετικές φυλακές, εκτός από τον Τιχομίρωβ και τον Σολοβιώβ, τους οποίους έστειλαν στο ίδιο μέρος. Αποχαιρετώντας ο ένας στον άλλον, έδιναν υπόσχεση να παραμείνουν πάντοτε τίμιοι και πιστοί στον Θεό και να ομολογούν την αγάπη Του σ' άλλους. Ο Τιχομίρωβ και ο Σολοβιώβ είχαν σταλεί στην περιοχή της Βαϊκάλης. Σ' όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα που πέρασαν, ομολογούσαν πως τους έσωσε το Ευαγγέλιο και σύστηναν την αγάπη του Θεού στον μετανοούντα αμαρτωλό. Παντού υπήρχαν άνθρωποι, που άκουγαν με μεγάλη προσοχή την απλή τους ομολογία, η οποία έβρισκε απήχηση στις καρδιές τους.Οι κατάδικοι, την τύχη των οποίων μοιράζονταν τώρα ο Τιχομίρωβ και ο Σολοβιώβ, άκουγαν προσεκτικά τον ζωντανό λόγο, με αποτέλεσμα μερικοί απ' αυτούς να δώσουν την καρδιά τους στον Κύριο και ν' αφιερωθούν πλήρως στο έργο Του.
Ετσι πέρασαν δυό χρόνια και οι Αρχές πρόσεξαν, ότι οι μονίμως ταραχώδεις κρατούμενοι, ηρέμησαν και μάλιστα μερικοί ξεχώριζαν για την άμεμπτη διαγωγή τους.Ο Τιχομίρωβ, βρισκόμενος στην περιοχή της Βαϊκάλη ρωτούσε παντού για την κατάληξη των προσφύγων από την επαρχία Μογκιλιόβσκαγια, ελπίζοντας να μάθει οτιδήποτε για τον τόπο κατοικίας των συγχωριανών του και πρωτ' απ' όλα για την αδελφή του, αν ζεί ή όχι. Τα γράμματα πού έστελνε στη ιδαίτερη πατρίδα του έμεναν αναπάντητα. Ω, πόσο συχνά σκεπτόταν την αγαπημένη του αδελφούλα Σούρα, και πόσο λαχταρούσε να της αφηγηθεί γι' αυτά που πέρασε και το κυριώτερο, για την μεταστροφή του από τα νεκρά έργα στην ζωντανή ελπίδα στον Χριστό!Και νά, που σε λίγα χρόνια, λόγω κάποιου γεγονότος μεγίστης κρατικής σημασίας, δόθηκε αμνηστία και ο Τιχομίρωβ Παύλος μαζί με τον Σολοβιώβ Γρηγόρη αφέθηκαν ελεύθεροι πριν λήξει η προθεσμία της ποινής τους.
Αποχαιρετώντας τα πνευματικά τους παιδιά -τους συγκρατούμενους, που πίστεψαν δια μέσου αυτών -τους παρέδωσαν στην χάρη του Θεού και εκείνοι κλαίγανε αποχωριζόμενοι τους πνευματικούς τους πατέρες.
Μετά απ' όλα αυτά, οι σύντροφοι αποφάσισαν να κατέβουν με τα πόδια μέχρι τις πόλεις Τομσκ και Ιρκούτσκ. Ο διακαής πόθος τους ήταν να περάσουν στην Ευρωπαϊκή Ρωσσία -την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την οποία θυμόντουσαν ακόμα.

Ολοι, όσους συναντούσαν στην πορεία και κατά τις διανυκτερεύσεις, έδειχναν ενδιαφέρον γι' αυτούς και ρώταγαν ποιοί είναι, από πού κατάγονται και προς τα πού πηγαίνουν. Η ιστορία των πρώην ληστών προκαλούσε το ζωηρό ενδιαφέρον όλων και ακούγοντάς τους η καρδιές των ανθρώπων ερχόταν σε κατάνυξη και γέμιζαν με ζήλο να υπηρετήσουν τον Θεό. Σε μερικά χωριά εύρισκαν αδελφούς, με τους οποίους περνούσαν ευλογημένα βράδια, συζητώντας και διαβάζοντας τον Λόγο του Θεού. Οι πιστοί χαιρόντουσαν, βλέποντας το Ευαγγέλιο να θριαμβεύει στην μεταστροφή των προς απώλεια αμαρτωλών και ευλογούσαν το όνομα του Θεού. Σ' ένα χωριό, όπου έμειναν γιά να τιμήσουν την ημέρα του Κυρίου, την ώρα που ομολογούσαν σε πλήθος λαού τον πρότερο βίο και την σωτηρία τους, έγινε μεγάλη αφύπνιση, με αποτέλεσμα μερικές δεκάδες ψυχών να πιστέψουν στον Κύριο καί να γίνει χαρά μεγάλη.
Ηταν αρχές της άνοιξης, τα ποτάμια είχαν ξεχειλίσει και η φύση ξυπνούσε μετά από την χειμερία νάρκη. Μεγάλα σμήνη αποδημητικών πουλιών βιάζονταν να φτάσουν στα μέρη, όπου είχαν αφήσει τις φωλιές τους, ενώ ο Τιχομίρωβ και οι συνοδοιπόροι του βιαζόντουσαν να φτάσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα, στα εγκαταλειμμένα και ερημωμένα πατρικά τους. Περπατούσαν, χωρίς να απομακρύνονται από την σιδηροδρομική γραμμή και ο Τιχομίρωβ εις μάτην προσπαθούσε να θυμηθεί πως λεγόταν η περιοχή, όπου χάθηκαν οι δικοί του, καθώς λαχταρούσε να δεί πάλι εκείνους τους χιονοφράχτες, κάτω από τους οποίους έζησε κάποτε εκείνα τα φρικτά γεγονότα.
Επαναφέροντας στην μνήμη τα περασμένα, ο Παύλος με δάκρυα στα μάτια έκραξε, λέγοντας: "Ω αγαπημένοι μου, πως μ' αφήσατε να περιπλανιέμαι μόνος μου στον κόσμο!" Όμως την ίδια στιγμή
θυμήθηκε, ότι και ο Υιός του Θεού, όντας ανάμεσα στους δικούς Του εδώ στην γή, ήταν μόνος και δεν είχε που να κλίνει την κεφαλή Του.

Σουρούπωνε, όταν οι οδοιπόροι έφτασαν σε μια μικρή κωμόπολη, που βρισκόταν στην όχθη ενός ποταμού, κοντά στον σιδηρόδρομο. Μπαίνοντας στην πόλη, ρώτησαν κάποιον περαστικό, αν υπάρχουν εκεί γύρω πιστοί άνθρωποι. Εκείνος τους έδειξε ανάμεσα στα ψηλά έλατα ένα μικρό περιποιημένο σπιτάκι, πλησιάζοντας στο οποίο αντίκρυσαν δύο χαριτωμένα παιδάκια, που έπαιζαν μπροστά στο κατώφλι και λίγο παραπέρα μία, απασχολημένη με κάτι, περιποιημένη νεαρή γυναίκα, η οποία βλέποντάς τους χαμογέλασε φιλικά. Φτάνοντας πιο κοντά, οι επισκέπτες έπιασαν κουβέντα μαζί της, λέγοντας ότι είναι άνθρωποι πιστοί και ψάχνουν μέρος για διανυκτέρευση. Η οικοδέσποινα τους υποδέχθηκε με ξεχωριστή εγκαρδιότητα, προσκαλώντας τους στο σπίτι καί διαβεβαιώνοντάς τους, ότι τ' αδέλφια είναι πάντοτε ευπρόσδεκτα. Ταυτόχρονα κάλεσε και τον σύζυγό της, που εκείνη την ώρα ήταν απασχολημένος στον λαχανόκηπο. Εκείνος με την σειρά του ήρθε αμέσως και αφού τους χαιρέτησε θερμά, κάθησε μαζί τους, ενώ η οικοδέσποινα έσπευσε να ετοιμάσει το τσάϊ.
Οσο να βράσει το σαμαβάρι, άρμεξε τις δύο αγελάδες τους και έστρωσε γρήγορα το τραπέζι. Και τι δεν έβλεπες επάνω, μεγάλα κομμάτια βούτηρου, μια γαλατιέρα με κρέμα γάλακτος, λογιών λογιών μπισκότα, βραστά αυγά και εξαιρετικό λευκό ψωμί.Ολ' αυτά τραβούσαν το βλέμμα των πεινασμένων επισκεπτών. Η τεράστια λάμπα φώτιζε το κάτάλευκο τραπεζομάντηλο και το λαμπερό σαμαβάρι σφύριζε
χαρούμενα. Υστερα από λίγο, φορώντας μια κατάλευκη ποδιά μπήκε η γλυκειά οικοδέσποινα, προτρέποντας στον άνδρα της να καλέσει στο τραπέζι τους αγαπητούς επισκέπτες. Καθώς όλοι πλησίασαν στο τραπέζι, ο σύζυγος έκανε μια σύντομη προσευχή, ζητώντας την ευλογία του Θεού,ευγνωμονώντας Τον για την αγάπη, την φροντίδα Του, για τους αγαπητούς επισκέπτες, παρακαλώντας να τους κρατήσει στην πίστη και ευχαριστώντας για την τροφή που τους χάρισε. Ο Τιχομίρωβ δεν είχε δεί στην ζωή του τόσο πλούσιο τραπέζι και δεν είχε βρεθεί ποτέ σε τόσο φιλόξενη και γλυκειά οικογένεια, οπότε βλέποντας όλα αυτά, η ψυχή του πλυμμήρισε από αγαλλίαση και κατάνυξη. Τα παιδιά, πήραν κ' αυτά τις θέσεις τους στο τραπέζι και τρώγοντας παρατηρούσαν με προσοχή τους ξένους και παρακολουθούσαν την συζήτηση.

Ο Θεός κάνει το ανέλπιστο στην ζωή του Παύλου

Η αφήγηση, πού είχε ξεκινήσει ο Τιχομίρωβ πριν, είχε σταματήσει στο σημείο, όπου ζώντας στο δάσος, οι ληστές για πρώτη φορά πήραν στα χέρια τους το Ευαγγέλιο από τους νεκρούς οδοιπόρους. Μετά την
παράκληση του οικοδεσπότη, ο Τιχομίρωβ συνέχισε να εξιστορεί,περιγράφοντας με έντονα χρώματα τα γεγονότα, που διαδραματίστηκαν στην ζωή του, τον σταδιακό ερχομό του Ευαγγελίου στην ζωή του και στην ζωή των συντρόφων του, την ειλικρινή μετάνοιά τους, την μεταστροφή απ' τα κακουργήματα, που είχαν διαπράξει στην σταθερή απόφαση να αφήσουν την ζωή, που κάνανε και να παραδοθούν στην δικαιοσύνη. Επίσης περιέγραψε την μεταστροφή του εισαγγελέα, την διεξαγωγή της δίκης, την παραμονή του στά δεσμωτήρια, καθώς επίσης και για τα χρόνια στα κάτεργα μέχρι να του δοθεί η αμνηστία. Το ανδρόγυνο δεν ξεκολλούσε το βλέμμα από πάνω του, ενώ η οικοδέσποινα σκούπιζε συνέχεια τα δάκρυα, που έτρεχαν στο πρόσωπό της, σαν να ήθελε να τα κρύψει από τους συγκαθημένους.
Μέσα στην συζήτηση η ώρα πέρασε γρήγορα καί όταν το μεγάλο ρολόϊ σήμανε μεσάνυκτα, όλοι γονάτισαν και ευχαρίστησαν τον Θεό για τα θαυμαστά έργα Του και για την σωτηρία των χαμένων αμαρτωλών.

Όταν σηκωθήκαν απ' τα γόνατα, η οικοδέσποινα με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, ρώτησε τους φιλοξενούμενους για τα μελλοντικά σχέδιά τους.
- Θέλουμε να πάμε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, στην Ρωσσία απάντησε ο Τιχομίρωβ.
- Εχετε κανέναν συγγενή εκεί; ρώτησε πάλι η οικοδέσποινα.
- Ο Σολοβιώβ έχει την μητέρα του, που είναι πιστή καί έμενε κάπου στην περιοχή του Κιέβου. Εγώ όμως δεν έχω κανέναν, ούτε πατέρα, ούτε μητέρα, πάω απλώς στο χωριό μου, στην περιοχή Μογκιλιόβσκαγια, για να δώ το κατεστραμμένο πατρικό μου, αλλά προ πάντων να μιλήσω στους συγχωριανούς μου για τον Κύριο και για την προς εμάς αγάπη Του.
- Εχετε πολλά χρόνια, που μείνατε ορφανός; ρώτησε πάλι η ίδια.
- Εχασα τους γονείς μου σε ηλικία οκτώ χρονών. Τους έχασα εδώ, στην Σιβηρία, όταν σαν πρόσφυγες, ήρθαμε εδώ για να μόνιμη εγκατάσταση. Ο πατέρας μου πέθανε δυό μέρες πριν από την
μητέρα.
Η οικοδέσποινα, με κομμένη την ανάσα και με μάτια καρφωμένα στον Τιχομίρωβ, γαντζώθηκε απ' το τραπέζι για να μην σωριαστεί κάτω. Ο σύζυγος την κοιτούσε με απορία για τον καταιγισμό των ερωτήσεων και για την αιτία, που καθυστερεί να στρώσει τα κρεββάτια. Στο μεταξύ ο φιλοξενούμενος συνέχιζε, λέγοντας τα εξής:
- Μαζί με την λίγο μεγαλύτερή μου αδελφή, μείναμε ολομόναχοι στον κόσμο, ενώ την επομένη του θανάτου της μητέρας μου, έχασα και αυτήν καί μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω αν ζεί. Σίγουρα θα έχει πεθάνει από την πείνα, όπως πέθαναν σ' εκείνα τα άγρια χρόνια, ζώντας σε άθλιες συνθήκες πολλά ορφανά προσφυγόπουλα. Ηταν πολύ καλό κορίτσι, μ' αγαπούσε και με σπλαχνιζόταν σαν να ήταν μητέρα μου.
Λέγοντας αυτά τα λόγια, ο Τιχομίρωβ ξέσπασε σε λυγμούς, ενώ την ίδια στιγμή, ωχροκίτρινη η οικοδέσποινα, μέσα από πνικτά αναφιλητά φώναζε:

Τα δύο αδέλφια αναγνωρίζονται!

-Αγαπημένε μου αδελφέ Παύλε, εσύ είσαι; Πες μου γρήγορα, γιατί η καρδιά μου μου λέει, ότιείσαι εσύ;
-Αλεξάνδρα! Μην μου πείς, ότι βλέπω εσένα; Άγγελέ μου, γλυκειά μου αδελφούλα,
κλαίγοντας σαν παιδί με λυγμούς, φώναζε ο Παύλος.
-Ναι, εγώ είμαι, η αδελφούλα σου, αγαπημένε μου! Πόσο πόνεσε για σένα η ψυχή μου.
Τα αδέλφια, κλαίγοντας, έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, ενώ ταυτόχρονα φιλούσαν ο ένας τον άλλον, κλαίγανε, και πάλι κλαίγανε και πάλι φιλιόντουσαν. Ο Τιχομίρωβ έτρεξε στα παιδιά, τα οποία βλέποντας την μητέρα τους, έκλαιγαν και αυτά, τ' άρπαξε και συνέχισε να φιλάει πότε τ' ανήψια του και πότε τον γαμπρό του. Στην χαρούμενη ατμόσφαιρα συμμετείχε και ο Σολοβιώβ, έκπληκτος από την απρόσμενη συνάντηση των χαμένων αδελφών. Τι χαρά ήταν αυτή! Η Αλεξάνδρα ήταν τόσο συγκινημένη που δεν ήξερε τι να κάνει. Ξανά και ξανά έσφυγγε στην αγκαλιά της τον αγαπημένο της αδελφό και έλεγε:
-Ω τι ευτυχία να σε βλέπω αδελφέ μου! Την στιγμή, που πλησιάσατε στο σπίτι μας, ένιωσα σαν να βρήκα κάτι πολύτιμο και χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο, η καρδιά μου γέμισε από ανεκλάλητη χαρά και δυνατή λαχτάρα να σας φιλοξενήσω.
-Η άλήθεια είναι, ότι μετά τις κακουχίες πού πέρασα, δέχομαι πάντοτε με χαρά όλους, όσους έχουν ανάγκη, αυτή την φορά όμως η ψυχή μου το λαχταρούσε κάπως ιδιαίτερα. Τώρα καταλαβαίνω τον λόγο - ήρθε κοντά μου ο αγαπημένος μου αδελφός, που είχα να τον δώ είκοσι χρόνια. Ω τι χαρά είν' αυτή!

΄Ολοι γονάτισαν πάλι και δόξασαν τον Θεό με τέτοια θέρμη, όπως ποτέ άλλοτε. Όλοι ευλογούσαν τον Θεό ακόμη και το πεντάχρονο κοριτσάκι της Αλεξάνδρας, που έλεγε: "Αγαθέ
Ιησού! Σ' ευχαριστώ που έφερες ανάμεσά μας τον θείο μου τον Παύλο!"
΄Ολοι κλαίγανε από χαρά, ενώ ο Αλεξεϊ Βασίλιεβιτς ευχαριστούσε τον Θεό γι' αυτό το τόσο απροσδόκητο και πολύτιμο δώρο, πού χάρισε στην γυναίκα του.
΄Ηταν τρείς η ώρα τη νύκτα και ακόμα δεν κοιμόταν κανείς, αλλά ούτε και τα παιδιά. ΄Ολοι μαζί πίνανε πάλι τσάϊ, συζητούσαν και στο τέλος, λίγο πριν χαράξει, αφού παρέδωσαν τους εαυτούς
τους στα χέρια του Θεού, πήγαν για ύπνο. Φυσικά μετά από τόση συγκίνηση ο ύπνος τους ήταν πολύ ανήσυχος, ενώ ο Παύλος ονειρευόταν, ότι βρισκόταν πάλι στο δάσος και διάβαζε στους συντρόφους
του το Ευαγγέλιο. Κατόπιν είδε, ότι τους αποχαιρετούσε, μετά ακολούθησε η μορφή τυν εισαγγελέα, το δικαστήριο, οι φυλακές μεταγωγών, κάτεργα…..Ξυπνώντας την νύκτα και καταλαβαίνοντας, ότι
είναι όνειρο, πάλι δόξαζε τον Θεό. Το πρωϊ την ώρα που πίνανε το τσάϊ, πάλι θαυμάζανε το έλεος του Θεού και την πρόνοιά Του για τα ορφανά. Η Αλεξάνδρα και πάλι ζήτησε από τον αδελφό της να
διηγηθεί για τις κακουχίες που πέρασε από την ημέρα που χωρίσανε στο σημείο με τους φράχτες.

Στην συνέχεια του αφηγήθηκε και η ίδια για τον εαυτό της, ότι και αυτή υπέφερε πάρα πολλάστο άσυλο για τα κορίτσια, όπου παρέμεινε μέχρι αργά το φθινόπωρο, που άρχισαν τα κρύα. Καθώςο χώρος δεν είχε θέρμανση, ξέσπασαν οι επιδημίες και τα παιδιά πεθαίνανε κατά δεκάδες. Βλέποντας αυτήν την κατάσταση άρχισαν να έρχονται καλοί άνθρωποι από τις γύρω περιοχές και να παίρνουν τα ορφανά κοντά τους για να μην πεθάνουν απ' το κρύο του χειμώνα. Την Αλεξάνδρα πήρε μια πιστή φτωχή χήρα, η θεία Ντούνια, όπως την λέγανε, η οποία είχε και η ίδια τέσσερα παιδιά. Στο μικρό σπιτάκι με την χορταρένια σκέπη, το κορίτσι πέρασε τον χειμώνα. Το καθημερινό ψωμί το είχαν. Η θεία Ντούνια διάβαζε πάντοτε το Ευαγγέλιο και προσευχόταν μαζί με τα παιδιά.
Στο ίδιο χωριό υπήρχε και σχολείο. Η Αλεξάνδρα ήταν καλή μαθήτρια και της άρεσε να μελετάει, και προπάντων το Ευαγγέλιο. Σε ηλικία 14 ετών, με επίγνωση έδωσε την καρδιά της στον Κύριο και εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί εν ύδατι, λίγο αργότερα το έκανε και στην συνέχεια ενσωματώθηκε στην εκκλησία. ΄Ετσι πέρασαν άλλα τέσσερα χρόνια και η Αλεξάνδρα μεγαλώνοντας απέκτησε την φήμη της συνετής και φιλότιμης εργάτριας, καθώς και πρώτης φωνής στην χορωδία. Την αγαπούσαν όλοι και κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί, ότι είναι θετό παιδί της θείας Ντούνιας. Η ομάδα της χορωδίας του χωριού, εργαζόμενη για τον Κύριο επισκεπτόταν συχνά τα γύρω χωριά καί τις πλησιέστερες πόλεις.
Κάποια στιγμή το γκρούπ αποφάσισε να επισκεφτεί την πόλη, όπου έμενε τώρα η Αλεξάνδρα και ο Κύριος ευλόγησε πλούσια τον κόπο τους γι' Αυτόν. Το δι' Αγίου Πνεύματος κήρυγμα και οι κατανυκτικοί ύμνοι της χορωδίας έδωσαν το ερέθισμα σε μερικές δεκάδες ανθρώπων να δώσουν την καρδιά τους στον Χριστό, μεταξύ των οποίων και σ' ένα νεαρό λογιστή, ο οποίος εργαζόταν σ' ένα εμπορικό κατάστημα.΄Ένα χρόνο αργότερα ο νέος αυτός έγινε σύζυγος της Αλεξάνδρας και τώρα το ζευγάρι έχοντας δύο παιδιά ζεί με αγάπη και ομόνοια.

΄Όταν η Αλεξάνδρα τελείωσε την αφήγησή της, ο Παύλος της υπενθύμισε το περιστατικό,πως αμέσως μετά τον θάνατο των γονιών τους ήθελε να πέσει κάτω στις γραμμές του τρένου και αυτή κλαίγοντας προσπαθούσε να τον αποτρέψει, λέγοντας: "Μην απελπίζεσαι αγαπημένε μου ο Κύριος δεν θα μας αφήσει".
Συζητώντας τ' αδέλφια θυμήθηκαν τα λόγια του ψαλμωδού: "Ψάλατε εις τον Θεό, ψαλμωδείτε εις το όνομα Αυτού Κύριος είναι το όνομα Αυτού και αγάλλεσθε ενώπιον Αυτού. Πατήρ των ορφανών και κριτής των χηρών είναι ο Θεός εν τω αγίω αυτού τόπω. Ο Θεός κατοικίζει εις οικογένειαν τους μεμονωμένους, εξάγει τους δεσμίους εις αφθονία." (Ψαλ. 68:5-7)
Ο διακαής πόθος του Παύλου να επισκεφτεί την ιδιαίτερη πατρίδα του, για να φέρει στον Χριστό τους εναπομείνατες συγγενείς και τους συγχωριανούς βρήκε σύμφωνη και την αδελφή του, η οποία λαχταρούσε να τον ακολουθήσει, για να μπορεί να τον βοηθήσει στο έργο με τις ψυχές, που θα πιστέψουν. Ο σύζυγός της δέχτηκε πρόθυμα να μείνει και να προσέχει το αγοράκι τους, ενώ το κορίτσι θα ερχόταν μαζί με την μητέρα του και τα έξοδα για το ταξίδι κάλυψε ο Αλεξέϊ Βασίλιεβιτς.
΄Ετσι μετά από τρείς ημέρες όλοι μαζί ξεκίνησαν για την Ερωπαϊκή Ρωσσία και σε λίγο πλησίαζαν στις περιοχές, Σαμάρσκαγια, Σαράτοβσκαγια, Πένζενσκαγια, Βορόνεζσκαγια, Κούρσκαγια και Κίεβσκαγια. Φτάνοντας στο Κίεβο ο Σολοβιώβ αποχαιρέτησε τ' αδέλφια και πήγε κατ' ευθείαν στο χωριό του, με την προοπτική να τους ανταμώσει μετά την επίσκεψη της μητέρας του, ενώ ο Παύλος με την αδελφή του κατευθύνθηκαν στην επαρχία Μογκιλιόβσκαγια. Και να, είδαν μπροστά τους επιτέλους να ξεπροβάλλει το αγαπημένο τους χωριό, τη Σοσνόβκα!..
Συνεχίζεται...